ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΓΑΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ…

Η φτωσιή τζαι η αρκόντισσα

Κάποτε, σε ένα χωριό ζούσαν δύο αδελφές. Η μια ήταν πάρα μα πάρα πολύ φτωχή και είχε μια κόρη πανέμορφη και η άλλη ήταν πάρα πολύ πλούσια και είχε μια κόρη κακάσχημη.

Η φτωχή αδελφή ήταν καλόκαρδη και όλοι την αγαπούσαν ενώ η πλούσια ήταν όλο κακία και ξιππασιά. Η φτωχή εργαζόταν στο φούρνο της πλούσιας και ζύμωνε τα ψωμιά…

Για πληρωμή η πλούσια της έδινε ένα ψωμί, το οποίο η φτωχή αδελφή μοιραζόταν με την κόρη της και χόρταιναν. Μια μέρα η αρκόντισσα (πλούσια),  που ήταν και ζηλόφθονη είδε την κόρη της φτωσιής (φτωχής) και ζήλεψε που ήταν τόσο όμορφη. Έτσι, πήγε και ρώτησε την φτωχή τι ταίζει την κόρη της και είναι πανέμορφη, ενώ η δική της που τα είχε όλα ήταν τόσο άσχημη.

Η φτωχή που δεν ήταν πονηρή, της απάντησε “έτο αρκόντισσα μου, παίρνω τζίνο το ψωμί που μου διάς κάθε μέρα τζαι τρώμε”. Τότε η αρκόντισσα έβρασε από το θυμό της και της έβαλε τις φωνές. Το βράδυ που θα σχόλανε η φτωχή από την δουλειά η αρκόντισσα της απαγόρευσε να πάρει ψωμί και της είπε “από σήμερα δεν θα ξαναπάρεις ψωμί στο σπίτι σου”.

Πραγματικά δεν της ξαναέδωσε ψωμί. Μια μέρα, όμως πάλι συνάντησε το πανέμορφο κορίτσι που είχε μεγαλώσει και έγινε πιο όμορφη από πριν. Ζήλεψε ως τα τρίσβαθα της ψυχής της και πήγε και βρήκε την φτωσιή που εκείνη την ώρα ζύμωνε ψωμιά. Και την ρώτησε με την κακία να τρέχει από κάθε λέξη της “τι ταίζεις την κόρη σου τζαι γίνηκε πιο όμορφη;”
“Α!” της απάντησε η φτωσιή που ως καλόκαρδη που ήταν πάλι δεν πήγε ο νούς της στο πονηρό. “Ετο, αρκόντισσα μου μόλις πάω σπίτι αντινάσσω (τινάζω) την ποδιά μου που φορώ στην δουλειά και παίρνω το αλεύρι που θα πέσει και κάνω πιττούες. Με αυτές χορταίνουμε εγώ και η κόρη μου”.

“Εντάξει, λοιπόν, από σήμερα θα αφήνεις την ποδιά σου εδώ και δεν θα την ξαναπάρεις στο σπίτι σου”. Η φτωχή στεναχωρέθηκε πάρα πολύ, γιατί σκέφτηκε “τι θα ταίζω την κόρη μου τώρα;”, αλλά δεν είπε τίποτα. Όταν σχόλασε από την δουλειά της πήγε και μάζεψε κάμποσες πέτρες άσπρες που έμοιαζαν με φασόλια και τις πήρε στο σπίτι της. Τις έβαλε με νερό μέσα σε μια κατσαρόλα και τις έβαλε στην φωτιά προσποιούμενη ότι μαγειρεύει. Η κόρη της που πεινούσε την ρώτησε πολλές φορές “τι ψήνεις μανούλα και αργεί τόσο;” και η φτωχή που σπάραζε η καρδιά της αλλά δεν το έδειχνε της απαντούσε ότι περιμένει τα φασόλια να ψηθούνε και μετά θα τρώγανε μαζί. Στην πραγματικότητα προσευχόταν και έλπιζε να την πάρει ο ύπνος την μικρή για να μπορέσει να κλάψει που πια δεν είχε τίποτα να ταίσει την κορούλα της και να σκεφτεί τι θα έκανε τις επόμενες μέρες που σίγουρα θα ήταν πολύ πιο δύσκολες.
Ο καιρός περνούσε και η ζωή ήταν περίπου στο ίδιο μοτίβο…

Κάθε μέρα η φτωχή έκανε πως κάτι μαγείρευε και θα έτρωγαν, η ώρα περνούσε το κοριτσάκι της νύσταζε και κοιμόταν και αυτή έκλαιγε και προσευχόταν στο Θεό να μην τις εγκαταλείψει.
Ένα βράδυ που έκανε πολύ κρύο, βροχές και είχε κακοκαιρία, ένας φτωχοντυμένος γέροντας πήγε και κτύπησε την πόρτα της αρκόντισσας.. Μια υπηρέτρια του άνοιξε και πήγε να φωνάξει την κυρά της. Η αρκόντισσα όταν τον είδε έκανε ένα μορφασμό αηδίας και του είπε “τί θέλεις εσύ εδώ;” Αυτός της εξήγησε ότι έχασε το δρόμο του και νυχτώθηκε στο χωριό τους και αν μπορούσε να του δώσει κάτι να φάει και ένα χώρο να περάσει το βράδυ του και πως την επόμενη μέρα το πρωί θα συνέχιζε το δρόμο του.

Η αρκόντισσα χωρίς να το σκεφτεί και με την τόση κακία που είχε του έδωσε μια κλωτσιά ρίχνοντας τον κάτω και τον έβρισε λέγοντας του «παλιόγερε, φύε γλήορα που έσσω μου που ήρτες τζαι θέλεις τζαι φαί τζαι ππεσίν» και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Ο γέροντας, σηκώθηκε και συνέχισε το δρόμο του, ο οποίος τον έβγαλε στο σπίτι της φτωσιής. Αποφάσισε να κτυπήσει την πόρτα και να δοκιμάσει την τύχη του κι εκεί. Η φτωσιή καλόκαρδη και ευγενική όπως ήταν του είπε «έλα μέσα γέροντα, να σου δώσω κάτι να φορέσεις τα ρούχα σου είναι βρεγμένα. Έλα κοντά στο τζάκι να ζεσταθείς και αργότερα μπορείς να κοιμηθείς στο κρεβάτι της κορούλας μου και αυτή θα τη βάλω να ξαπλώσει μαζί μου.» Και χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής της, του είπε «μόνο φαί μην μου ζητήσεις, γιατί εδώ και πολλές μέρες δέν έχω τίποτα φαγώσιμο στο σπίτι μου.»

«Και τότε τί είναι αυτή η κατσαρόλα στην φωτιά;» Τη ρώτησε. Η φτωσιή, του αποκάλυψε ότι κάθε μέρα βράζει πέτρες και λέει ψέματα στην κόρη της πως είναι φαί και του είπε όλη την ιστορία της με την αρκόντισσα που πια δεν της έδινε ούτε λεφτά ούτε ψωμί, ούτε καν την ποδιά της να πιάνει το αλεύρι να κάνει πιτούλες να ταίζει την κορούλα της.

Ο γέροντας τότε, πήγε και κάθισε στο τραπέζι και φώναξε και τη μικρή «έλα, παιδί μου, και ψήθηκε το φαγητό. Η μαμά σου θα μας σερβίρει.» Η φτωσιή τα έχασε, δεν πίστευε στ’ αυτιά της και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Τότε ο γέροντας με την ήρεμη και γαλήνια φωνή του της είπε να ανοίξει την κατσαρόλα και να σερβίρει για όλους και της έκανε νόημα, να πάει. Πραγματικά, η γυναίκα πήγε, άνοιξε την κατσαρόλα και η ευωδιά μιας καλοψημένης, μυρωδάτης κοκκινιστής φασολάδας γέμισε την κουζίνα. Η γυναίκα έκπληκτη σέρβιρε τη φασολάδα και κάθισε κι αυτή να φάει, οπότε ο γέροντας της είπε «φέρε και λίγο ψωμί και κρασί στο τραπέζι, κόρη μου.» Πραγματικά η φτωσιή, σαστισμένη και χωρίς να μπορεί να πει κάτι, είδε μέσα στην ψωμοθήκη της φρέσκο ψωμί και πιο δίπλα μια κανάτα με ευωδιαστό κρασί. Τα έφερε στο τραπέζι, έκαναν την προσευχή τους και ξεκίνησαν να τρώνε με πολλή όρεξη. Όταν τελείωσαν το δείπνο τους, ο γέροντας της είπε «κόρη μου, φέρε και λίγα πορτοκάλια και μήλα από την κοφίνα που έχεις δίπλα στο παράθυρο.» Η φτωσιή, που δεν μπορούσε να μιλήσει από τα όσα της συνέβαιναν εκείνο το βράδυ, πήγε και πραγματικά βρήκε τόσα πολλά φρούτα μέσα στην κοφίνα που υπήρχαν και μερικά στο πάτωμα.

Όταν φάγανε και τα φρούτα τους, η φτωσιή, είπε στο γέροντα χίλια ευχαριστώ για όσα τους έφερε και του είπε ότι έπρεπε να πάνε για ύπνο γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθεί πολύ πρωί για να πάει στην δουλειά της.

Πέρασε έτσι μια βδομάδα, και στο σπίτι της φτωσιής έβρισκες το αθάνατο.

Ενα πρωί, ο γέροντας, ζήτησε από την φτωσιή να του δώσει την κόρη της να πάνε μια βόλτα ως το ποτάμι. Αυτή του είπε «εντάξει» και πήγε στην δουλειά της. Ο γέροντας, πήρε το κορίτσι από το χέρι και πήγανε στον ποταμό. Όταν φτάσανε ο γέροντας ξάπλωσε κοντά στην όχθη του ποταμού και είπε στο κορίτσι που κοιτούσε με απορία «εγώ θα πάρω έναν υπνάκο. Είμαι πολύ γέρος και κουρασμένος. Εσύ να παρακολουθάς τον ποταμό. Όταν θα περάσει ο μαύρος ποταμός να μην με ξυπνήσεις. Όταν περάσει ο πράσινος ποταμός να μην με ξυπνήσεις. Όταν θα περάσει ο ροδαλός ποταμός, ξύπνα με!»

Έτσι και έγινε. Καθώς περνούσε ο ροδαλός ποταμός, το κορίτσι σκούντηξε τον γέροντα και αυτός ξύπνησε, την άρπαξε και την βούτηξε μέσα στο ποταμό ψελλίζοντας κάποιες ευχές. Όταν την έβγαλε η μικρή ήταν χίλιες φορές ομορφότερη από πρίν και κάθε φορά που χαμογελούσε έπεφτε από το χαμόγελο της ένα μυρωδάτο φρέσκο τριαντάφυλλο. «Αυτά τα τριαντάφυλλα κόρη μου, να  τα πουλάς στην αγορά και έτσι ποτέ σου δεν θα ξεμείνεις πια από φαί και πιοτό», και λέγοντας αυτά την έπιασε από το χέρι και πήγανε στο σπίτι της.

Το νέο αυτό, μαθεύτηκε γρήγορα μέσα  στο χωριό και όλοι βγήκαν στους δρόμους να καμαρώσουν την πανέμορφη και καλόκαρδη σαν την μαμά της, μικρή, γιατί στο χωριό όλος ο κόσμος τους αγαπούσε.

Η αρκόντισσα που το άκουσε κι αυτή, έτρεξε στο δρόμο να δει και μόλις αντίκρισε το γέροντα του έδωσε και πάλι μια κλωτσιά και του έβαλε τις φωνές ότι τάχα μου δεν πήρε και την κόρη της στον ποταμό.

Ο γέροντας, όπως πάντα, ήρεμος, γαλήνιος, πράος της απάντησε «σου ζήτησα νερό και δεν μου έδωσες. Σου ζήτησα φαί και με έδιωξες. Σου ζήτησα να μου δώσεις ένα τόπο να περάσω εκείνο το βράδυ και μου έκλεισες την πόρτα κατά πρόσωπο. Ας είναι όμως. Αύριο το πρωί θα περάσω να μου δώσεις την κόρη σου να πάμε μια βόλτα ως τον ποταμό.

Η αρκόντισσα και πάλι άρχισε να φωνάζει και μνα βρίζει και να ρωτά «εσύ γέρος άνθρωπος τι θέλεις περιπάτους με την κόρη μου» και άλλα τέτοια προσβλητικά.

Την επόμενη μέρα πραγματικά πήρε την μικρή στον ποταμο. Η μικρή ήταν χειρότερη από την μητέρα της στην συμπεριφορά, όμως ο γέροντας δεν είπε τίποτα και ήταν πολύ υπομονετικός.  Όταν φτάσανε ο γέροντας ξάπλωσε κοντά στην όχθη του ποταμού και είπε στο κορίτσι που κοιτούσε με θυμό «εγώ θα πάρω έναν υπνάκο. Είμαι πολύ γέρος και κουρασμένος. Εσύ να παρακολουθάς τον ποταμό. Όταν θα περάσει ο μαύρος ποταμός να μην με ξυπνήσεις. Όταν περάσει ο πράσινος ποταμός να μην με ξυπνήσεις. Όταν θα περάσει ο ροδαλός ποταμός, ξύπνα με!»

Αυτά είπε ο γέροντας και αποκοιμήθηκε. Η κόρη της αρκόντισσας που από το θυμό της και την κακία της έβραζε από μέσα της κλωτσούσε τις πέτρες από χάμω και δεν νοιαζόταν για τον ποταμό.

Σε κάποια στιγμή, ο γέροντας ξύπνησε από μόνος του και άρπαξε την κόρη της αρκόντισσας και τη βούτηξε στον ποταμό. Ήταν ο μαύρος ποταμός, όμως που περνούσε…

Έτσι, έγινε χίλιες φορές πιο άσχημη από όσο ήτανε πριν.

Σιγά – σιγά επέστρεψαν στο χωριό και η αρκόντισσα έβριζε το γέροντα, κτυπιόταν και φώναζε με μίσος και κακία. Ο γέροντας, όπως πάντα, ήρεμος, γαλήνιος, πράος της απάντησε «σου ζήτησα νερό και δεν μου έδωσες. Σου ζήτησα φαί και με έδιωξες. Σου ζήτησα να μου δώσεις ένα τόπο να περάσω εκείνο το βράδυ και μου έκλεισες την πόρτα κατά πρόσωπο. Και σήμερα η κόρη σου δεν έβαλε υπόψη της τα λόγια και τις συμβουλές μου…»

Και λέγοντας αυτά ο γέροντας έφυγε, χάθηκε έτσι ξαφνικά, όπως έτσι ξαφνικά είχε πάει στο χωριό τους και στις ζωές τους…

Από κείνη την μέρα η ζωή όλων, όμως άλλαξε. Η φτωσιή και η κόρη της είχαν πια πάντα ζεστό φαγητό στην κατσαρόλα τους, πουλούσαν τα τριαντάφυλλα και από τα χρήματα που έπαιρναν ζούσαν οι ίδιες και βοηθούσαν και όλο το φτωχό κόσμο.

Η αρκόντισα, μεταμέλησε και ζήτησε από την αδελφή της την φτωσιή να την συγχωρέσει, όπως και έγινε. Από τότε έζησαν με ειρήνη, αγάπη και  καλοσύνη το υπόλοιπο της ζωής τους.

 

(Όπως καταλάβατε ο γέροντας ήταν ο ίδιος ο Χριστός που για ακόμα μια φορά έκανε το θαύμα Του.)

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s